κομματικός


κομματικός
[комматикос] ас. относящийся к партии, партийный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "κομματικός" в других словарях:

  • κομματικός — consisting of short clauses masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κομματικός — ή, ό (AM κομματικός, ή, όν) [κόμμα] νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε πολιτικό κόμμα («κομματική οργάνωση») 2. αυτός που μεροληπτεί υπέρ ορισμένης μερίδας μσν. αρχ. αυτός που αποτελείται από μικρές προτάσεις αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ… …   Dictionary of Greek

  • κομματικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε πολιτικό κόμμα: Είναι κομματικός παράγοντας της επαρχίας μας. 2. αυτός που ενδιαφέρεται μόνο για το κόμμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κομματικά — κομματικός consisting of short clauses neut nom/voc/acc pl κομματικά̱ , κομματικός consisting of short clauses fem nom/voc/acc dual κομματικά̱ , κομματικός consisting of short clauses fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κομματικώτερον — κομματικός consisting of short clauses adverbial comp κομματικός consisting of short clauses masc acc comp sg κομματικός consisting of short clauses neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κομματικωτάτων — κομματικός consisting of short clauses fem gen superl pl κομματικός consisting of short clauses masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κομματικῶν — κομματικός consisting of short clauses fem gen pl κομματικός consisting of short clauses masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κομματικόν — κομματικός consisting of short clauses masc acc sg κομματικός consisting of short clauses neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κομματικαί — κομματικός consisting of short clauses fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κομματικοῖς — κομματικός consisting of short clauses masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)